Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

παραμύθι 03 "Δεν βλέπω, ε και λοιπόν;"

παραμύθι 03

"Δεν βλέπω, ε και λοιπόν;"

Αυτή η ιστορία, είναι μία ιστορία για τα πράγματα που δεν μπορούμε να δούμε. Μια ιστορία με όλες τις αισθήσεις μας εκτός από μια. Αν κλείσουμε τα μάτια μας, τα πράγματα έχουν μια άλλη αξία, άλλη διάσταση. Πως θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ένα συναίσθημα, ένα χρώμα σε κάποιον που δεν βλέπει; Με την αγάπη μας και όλες τις άλλες αισθήσεις! Έτσι έκανε και η Ευριδίκη με τον μικρό Νικολάκη που δεν έβλεπε. Μήπως είναι καιρός να επικοινωνούμε βάζοντας σε λειτουργία όλες τις  αισθήσεις μας;

Μία φορά και ένα καιρό, ήταν μια γατούλα η Ευριδίκη, που είχε πέντε γατάκια. Όλα όμορφα και παιχνιδιάρικα έμοιαζαν σαν πέντε σταγόνες νερό. Μόνο που ένα από αυτά, είχε μια μικρή διαφορά από τα άλλα: σκόνταφτε συνεχώς και κουτουλούσε πάνω στα πράγματα γύρω του. Λερωνόταν όταν έτρωγε, δυσκολευόταν να βρει τα παιχνίδια του, ή το καλαθάκι του, για να κοιμηθεί. Η μαμά του η Ευριδίκη του είχε δείξει άπειρες φορές, πώς να κινείται και πώς να φέρεται, όμως εκείνο αν και την άκουγε προσεχτικά, δεν άλλαζε τους τρόπους του.


Την Ευριδίκη την προβλημάτιζε πολύ η συμπεριφορά του μικρού Νικολάκη. Άνοιξε λοιπόν και αυτή το βιβλίο της οικογένειας των γάτων μήπως βρει κάτι που μπορεί να την βοηθήσει. Διάβασε ώρες ατέλειωτες. Διάβαζε, διάβαζε, διάβαζε για τους ποντικούς των αγρών, τους ποντικούς των πόλεων, τους ποντικούς που δεν βλέπουν, τους τυφλοπόντικες! Μετά, το βιβλίο έγραφε για τις γάτες Περσίας, Αγκύρας, τις κακομαθημένες γάτες του Σιάμ…. έγραφε και για τα γατάκια που δεν βλέπουν. 
 
Για εκείνα τα γατάκια που όσο είναι μικρά σκοντάφτουν, πέφτουν εύκολα, και κάνουν ζημιές άθελα τους, για τα γατάκια που χρειάζονται την υπομονή, την φροντίδα, το ενδιαφέρον, την αγάπη μας!! Όσο όμως μεγαλώνουν αποκτούν μια ιδιαίτερη ικανότητα. Αντιλαμβάνονται τα πράγματα, τα αισθήματα, τις καταστάσεις, με μια εκπληκτική ακρίβεια. Αναπτύσσουν μια άλλη αίσθηση: την διαίσθηση!
 Όταν πια είχε κοιτάξει και την τελευταία σελίδα, του βιβλίου των γάτων, δεν είχε καμία αμφιβολία!
Ο μικρός Νικολάκης δεν έμοιαζε με τα άλλα γατάκια της. Ήταν μοναδικός.


 Η μαμά γάτα, φύλαξε το βιβλίο της και πήγε να τον βρει. Καθόταν στο καλαθάκι του και έπαιζε με κάτι μπλε βόλους. Η Ευριδίκη τον πήρε στην ζεστή αγκαλιά της και με τρυφερότητα του ψιθύρισε:
«Σήμερα θα σου πω ένα παραμύθι, ένα παραμύθι μόνο για σένα Νικολάκη!...
 Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια γατούλα η Ευριδίκη που είχε πέντε γατάκια. Όλα όμορφα και παιχνιδιάρικα έμοιαζαν σαν πέντε σταγόνες νερό, μόνο που ένα είχε μια διαφορά από τα άλλα, το έλεγαν Νικολάκη και δεν έβλεπε! Έτσι η μαμά του η Ευριδίκη, αποφάσισε να του μάθει πως είναι τα πράγματα γύρω του. Όσα δεν μπορεί να δει με τα ματάκια του, αλλά μπορεί να καταλάβει με τις περιγραφές και την αγάπη της μητέρας του.
Σκέφτηκε λοιπόν να του μάθει για τα χρώματα, τα συναισθήματα, τις μυρωδιές, τους ήχους, την μουσική. Εκεί που καθόταν λοιπόν και κρατούσε τους μπλε βόλους του ο Νικολάκης, τον άκουσε να της φωνάζει:
«Μαμά που είσαι;»
«Εδώ, στο φως μικρό μου» του απάντησε εκείνη.
«Μίλα μου μαμά, μίλα μου για να σε βρω». «Κάθομαι κοντά στο καλαθάκι σου και κρατώ τους μπλε βόλους σου».

 «Μαμά, πως είναι το μπλε;»
«Έλα στην αγκαλιά μου να σου πω: Μπλε είναι η ατάραχη θάλασσα, μπλε είναι η σοβαρότητα, η ειλικρίνεια και η ανάπαυση, μπλε είναι η θηλυκότητα, η ευαισθησία. Μπλε είναι η αφοσίωση, η τρυφερότητα, αυτό που αισθάνομαι εγώ για σένα, Μπλε είναι και όταν αισθάνεσαι ευφορία, μπλε είναι η εκπλήρωση ιδανικών, μπλε και για την οικογένεια. Μπλε για την ησυχία, το νανούρισμα, την παράδοση. Μπλε για την παραχώρηση και τη συμπάθεια. Μπλε είναι η χαρά σου όταν παίζεις με τους βόλους. Μπλε είναι η ευχαρίστηση. Μπλε και για το βελούδο. Μπλε έχει και το ουράνιο τόξο, τα βαμβακερά ριγέ μπιζαμάκια σου. Μπλε ο υάκινθος και η μπλε τουλίπα, μπλε για την ορτανσία.
Μπλε και για τις ανεμώνες, τις καμπανούλες και τα γλυκά μυρτίλλια.

 Όταν το μπλε είναι φωτεινό το λέμε γαλάζιο. Γαλάζιο όπως ο καθαρός ουρανός. Γαλάζιο όπως το νερό στα ρυάκια. Γαλάζιο όπως το δροσερό αεράκι που σε ακουμπά στο πρόσωπο όταν βγαίνεις στο πάρκο να παίξεις. Γαλάζιο όπως η ηρεμία. Γαλάζιο όπως το χαρούμενο γέλιο των παιδιών.
Το γέλιο σου!



«Και το κόκκινο μαμά, με τι μοιάζει το κόκκινο;»
«Κόκκινο. Το κόκκινο είναι φωτιά. Δεν πας κοντά, θυμάσαι; Καίει. Κόκκινο είναι η ζέστη στις κουζίνες που μαγειρεύουν ωραία φαγητά και γλυκά. Κόκκινο είναι ο πυρετός στο κεφαλάκι σου. Κόκκινο είναι η ντροπή στα μαγουλάκια σου, όταν σου λένε πόσο χαριτωμένο είσαι. Κόκκινο είναι τα ρόδια, τα κεράσια και οι φράουλες. Κόκκινο είναι και το Πάσχα, ο Επιτάφιος, η Ανάσταση.
Κόκκινο είναι η δύναμη, η επιθυμία. Κόκκινο είναι η ένταση, η επανάσταση, η δράση. Κόκκινο είναι ο πόλεμος. Κόκκινο για τον αγώνα και τον συναγωνισμό. Κόκκινο και για την Ανατολή, κόκκινο το τώρα και το αμέσως. Κόκκινο είναι ο πόθος, ο έρωτας, κόκκινα και τα γεράνια, οι παπαρούνες και τα τριαντάφυλλα στο μαγιάτικο στεφάνι μας. Κόκκινο είναι και η αγκαλιά, το φιλί!

 Με το κόκκινο μοιάζει το πορτοκαλί που είναι κόκκινο με κίτρινο μαζί. Πορτοκαλί, όπως το πορτοκάλι. Πορτοκαλί όπως το ηλιοβασίλεμα. Πορτοκαλί στις τουλίπες, στους κατιφέδες, πορτοκαλί στο Αυγουστιάτικο φεγγάρι. Πορτοκαλί και στα βερίκοκα που τόσο σου αρέσουν!»


«Και το κίτρινο; Μίλησε μου για το κίτρινο μαμά»
«Κίτρινο είναι η προσδοκία για μεγαλύτερη επιτυχία, κίτρινο είναι το μέλλον. Η ώθηση στο σύγχρονο. Κίτρινο είναι το καινούργιο, η διέξοδος. Κίτρινο είναι και η επιπολαιότητα, η ζήλια. Όταν θα πας σχολείο θα μάθεις ότι το χρυσό μήλο για τους Έλληνες ήταν το σύμβολο της αγάπης και της αρμονίας, και κατά αντίθεση αντιπροσωπεύει την ασυμφωνία και όλα τα κακά. Κίτρινο και για την προδοσία. Τον Ιούδα θα μάθεις ότι τον ζωγράφιζαν με κίτρινο φόρεμα. Στην Γαλλία το 16ο αιώνα τις πόρτες των προδοτών και των κακούργων τις έβαφαν κίτρινες. Ένας διάσημος ζωγράφος ο PICASSO είχε πει: Υπάρχουν ζωγράφοι που μετατρέπουν τον ήλιο σε ένα κίτρινο σημάδι, αλλά υπάρχουν και άλλοι που με την βοήθεια της τέχνης και της εξυπνάδας τους, μετατρέπουν ένα κίτρινο σημάδι σε ήλιο. Κίτρινο λοιπόν και για τον ήλιο, κίτρινα και τα χρυσάνθεμα στο βάζο μας, κίτρινο και το μικρό καναρινάκι, κίτρινο και το χρυσάφι.


Κίτρινο είναι το ξινό λεμόνι. Κίτρινη είναι η άνοιξη, οι μαργαρίτες, οι τουλίπες, τα πεπόνια και τα σταφύλια. Κίτρινο είναι το φως. Κίτρινο είναι το ξύπνημα, κίτρινο και το κέφι. Τα στάχυα. Η άμμος. Η έρημος. Κίτρινο όπως το ηλιοτρόπιο. Κίτρινο το Λούνα Παρκ με τα αλογάκια.
Το μεσημέρι των καλοκαιριών.»

«Και το Μοβ; Τι χρώμα είναι το μοβ;»
«Μοβ είναι η ταύτιση. Η διάθεση να γοητέψεις και να γοητευτείς. Μοβ είναι η κατανόηση, η παιδικότητα. Μοβ είναι τα μούρα και τα δαμάσκηνα. Μοβ και μενεξεδί όπως το σούρουπο, η αγαπημένη μου ώρα. Μοβ για την μαγεία. Μοβ για το άγνωστο δωμάτιο, με τα γεμάτα συρτάρια από μικροπράγματα. Μοβ όπως το μυστικό!Μοβ. Τα πολύχρωμα κουτιά με κάρτες και πολλά γράμματα. Τα άλμπουμ με ποιήματα και αποξηραμένα λουλούδια. Τα παλιά παιχνίδια.
Μοβ, όπως οι αναμνήσεις μου».

«Πες μου και για το πράσινο τώρα, με τι μοιάζει;»
«Πράσινο είναι η καρτερικότητα, η επιμονή και το κατεστημένο. Πράσινο για την περηφάνια, την κριτική ανάλυση. Πράσινο και για την ελπίδα. Πράσινο στην επιθυμία για εντύπωση. Πράσινο όπως το πείσμα σου μικρό μου! Πράσινο είναι το τζιτζίκι, η σαύρα, η χρυσόμυγα. Πράσινο και η καραμέλα μέντα που τόσο του αρέσει. Πράσινο είναι το χόρτο, οι αγροί, οι γλάστρες στα μπαλκόνια μας. Πράσινο τα φύλλα στα δέντρα, το άρωμα στο ντουλαπάκι με τα σαπούνια. Πράσινο και στο βυθό της λίμνης. Πράσινο στη θάλασσα με τα κοραλονήσια. Πράσινο όπως το πολύτιμο σμαράγδι.
Πράσινο όπως τα μάτια σου».
«Μαμά πες μου τώρα και για το καφέ ή το καστανό».
«Καφέ και Καστανό. Όπως το χώμα, η Γη. Καφέ και καστανό, όπως το ξύλο, οι κουκουνάρες, τα κάστανα και η σοκολάτα. Καφέ όπως οι κόκκοι του καφέ. Όταν το καφέ είναι φωτεινό το λέμε μελί, όπως το μέλι και τα κεριά στον επιτάφιο. Καφέ όπως το σπίτι, τα κεραμίδια, η θαλπωρή, τα μπαούλα στις σοφίτες. Το πάτωμα που τρίζει, οι κορνίζες στους τοίχους. Το ξύλινο κλουβάκι πάνω στο ράφι. Καφέ όπως οι βάρκες στα καρνάγια.


Καφέ όπως η συντροφιά, η οικογενειακή ασφάλεια, η απαλλαγή από δυσαρέσκεια. Καφέ όπως η μυρωδιά από αναμμένο ξύλα στο τζάκι. Καφέ στα φουντούκια και τα καρύδια». Καφέ στο πήλινο κανάτι μας και στα φθινοπωριάτικα φύλλα. Καφέ στην κουνιστή καρέκλα που τόσο πολύ σου αρέσει να κάθεσαι.


«Θα σου πω και για το γκρι».
«Τι είναι το γκρι μαμά;»
«Γκρι. Όπως η στάχτη, γκρι όπως η απόσταση, η άρνηση. Γκρι για την αδράνεια. Γκρι για
το αδέσμευτο. Γκρι για την τεμπελιά σου. Γκρι για την βροχή, την θλίψη, την ομίχλη. Γκρι είναι και
ο ποντικός, ο γάιδαρος. Γκρι για το οπάλιο. Γκρι ο γρανίτης και τα βράχια.
Γκρι για τα αγέλαστα πρόσωπα...»


«Θες να μάθεις και για το μαύρο;»
«Το σκοτάδι μαμά;»
«Ναι μικρό μου, το σκοτάδι. Μαύρο. Όπως είναι η νύχτα.Μαύρο όπως η μοναξιά και ο θάνατος. Μαύρο στην εγκατάλειψη. Μαύρο στο πένθος. Μαύρο όπως οι φόβοι μου. Όπως η άρνηση, το τέλος, η παραίτηση. Μαύρο για τις μουτζούρες, τα λάθη, τις σκιές. Μαύρο σαν το καμένο δάσος, σαν το λεπτό ιστό της αράχνης... Μαύρο σαν την διαμαρτυρία. Μαύρο όπως το χάος, το αδιέξοδο. Μαύρο όπως τα ακομπανιαμέντα στο πιάνο, όπως ο έβενος. Μαύρο και για τα εμβατήρια. Μαύρο όπως το Adagio του Albinoni. Μαύρο το μοιρολόγι, μαύρο για το αντίο»...
«Τελευταίο αφήνω το άσπρο, το αγαπημένο μου χρώμα! Άκου για το άσπρο λοιπόν.
Άσπρο είναι το χιόνι, ο πάγος. Άσπρα και τα χαρτιά για να ζωγραφίζεις. Άσπρο όπως η λαμπάδα σου. Άσπρο όπως η αλήθεια, η καθαριότητα και η αρχή. Άσπρο για τις γαρδένιες, τα γιασεμιά και τους νάρκισσους, που ξέρεις πόσο πολύ μου αρέσουν. Άσπρο όπως τα καθαρά σύννεφα και η γραμμή του ορίζοντα. Άσπρο για το δροσερό πρωινό. Άσπρο σαν το βαμβάκι. Άσπρο όπως το ναι!Άσπρο για τα φτερά του κύκνου. Άσπρο σαν το περιστέρι. Άσπρο για τα μυρωδάτα σαπούνια, την αγαπημένη μου κολόνια. Άσπρο για το νυχτικό, το μπουρνούζι. Άσπρο για το απαλό λινό. Άσπρο όπως τα σεντόνια σου, το τούλι στην κούνια σου. Άσπρο για την εύθραυστη πορσελάνη. Άσπρο όπως το γάλα. Άσπρο για την αγνή ψυχούλα σου μικρό μου. Άσπρο για τις ευχές, άσπρο στο τραγούδι των γενεθλίων».


Την αφήγηση όμως της Ευριδίκης την διέκοψαν οι φωνούλες των άλλων παιδιών της. «Νικολάκη, Νικολάκη έλα να παίξουμε». Φώναξαν τα αδελφάκια του, που ήρθαν στο δωμάτιο τρέχοντας. Πήραν από τα χεράκια τον μικρό Νικολάκη και έφυγαν προς τον κήπο με γέλια και φωνές.  Η Ευριδίκη τα κοιτούσε από μακριά και δεν μπορούσε να τα ξεχωρίσει, ποιο ήταν ποιο. Ποιός είναι ο Νικολάκης,
ο Αλέξης, ο Φοίβος, ποια είναι η Μυρτώ και ποια η Κατερίνα. «Όμορφα που είναι τα μικρά μου» σκέφτηκε χαμογελαστή, «και όλα τόσο όμοια, σαν πέντε σταγόνες νερό!»...


Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Νίκο, τον Νικόλα, το Νικάκι, που τους αγαπώ πολύ,
και σε όλα τα παιδάκια που βλέπουν τη ζωή με τα μάτια της ψυχούλας τους.
Για σένα γλυκειά μου Ροδάνθη!


[ Η εικονογράφηση και το κείμενο, έγιναν το Νοέμβριο 1991. Χρησιμοποιήθηκαν μολύβια και νεροχρώματα σε χαρτόνι. Ηλεκτονική επεξεργασία, Ιούνιος 2012.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου