παραμύθι 07
"σκοτάδι στο δωμάτιό μου"
Mια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα γλυκό ήσυχο κοριτσάκι που το έλεγαν Έλλη. Όταν ήταν τεσσάρων χρόνων, άρχισε να φοβάται το σκοτάδι. Δεν ήθελε να κοιμάται μόνη της τα βράδια και πήγαινε στο κρεβάτι των γονιών της. Αυτό γινόταν πολύ καιρό ώσπου μια νύχτα έπαψε να φοβάται πια τους κακούς δράκους και τις κακές μάγισσες που πίστευε ότι κρυβόντουσαν στο δωμάτιό της! Ήταν η πρώτη νύχτα που είπε χαμογελαστή στους γονείς της: “Σήμερα θα κοιμηθώ μόνη μου. Δεν φοβάμαι τίποτα και κανένα”. Έτσι όπως τα λέω έγιναν τα πράγματα, αλλά καλλίτερα να σας τα πω, με την σειρά και από την αρχή. Μια μέρα λοιπόν, Σάββατο πρέπει να ήταν, η μαμά της Έλλης αποφάσισε να κάνει πολλές αλλαγές στο δωμάτιό της.
Έβαλε καινούργιες λιλά κουρτίνες, όπως ακριβώς είναι το χρώμα του ουρανού, το καλοκαιριάτικο απομεσήμερο. Αριστερά και δεξιά από το κουρτινόξυλο, κρέμασε από μια χοντρή άσπρη κορδέλα και πάνω της στερέωσε όλα τα μικρά λούτρινα και υφασμάτινα παιχνιδάκια της. Στο κρεβατάκι της, άπλωσε ένα αφράτο λευκό πάπλωμα, και κοντά στο μαξιλάρι, έβαλε τα αγαπημένα της κουκλάκια. Μετά, πήρε μια σκάλα και κόλλησε στο ταβάνι του δωματίου της, εξήντα χάρτινες πεταλούδες, που είχε ζωγραφίσει μόνη της. Έκανε ένα σωρό πράγματα ακόμα στο δωμάτιο, που από όμορφο, είχε γίνει τώρα πιο όμορφο. Ήταν υπέροχο! Μέχρι το απόγευμα ασχολιόταν με όλα αυτά και όταν επιτέλους ολοκλήρωσε, πήρε αγκαλιά της την Έλλη και της είπε: “Σου αρέσει αγαπούλα μου το δωμάτιό σου;” Η μικρή με ένα πλατύ χαμόγελο της απάντησε, “ναι μανουλίτσα μου, είναι το πιο όμορφο δωμάτιο του κόσμου!”
“Τότε το βράδυ πρέπει να κοιμηθείς εδώ, στο όμορφο κρεβατάκι σου παρέα με τις κουκλίτσες σου”, της είπε η μαμά της.