Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

παραμύθι 01 "Τα πλεκτά της γιαγιάς"


Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε ένα όμορφο χωριουδάκι στην κορυφή ενός πολύ, πολύ, πολύ ψηλού βουνού. Ήταν τόσο ψηλά αυτή η κορυφή του βουνού που τα σύννεφα σκέπαζαν τους δρόμους, τα δέντρα, τα χωράφια και τις στέγες.

 Ήταν τόσο ψηλά αυτή η κορυφή του βουνού, που τα σύννεφα έμπαιναν μέσα στα σπίτια, από τα παράθυρα και τις καμινάδες. Τα παιδιά χαιρόντουσαν πολύ με αυτό που συνέβαινε, γιατί μαζί με τα σύννεφα έμπαιναν και πολλά πουλιά. Αγριόχηνες, χελιδόνια… και όσα αποδημούσαν για θερμότερες χώρες!
Όλα φαινόντουσαν ωραία για τα παιδιά! Άλλα έπαιζαν κρυφτό στις γειτονιές, άλλα μάζευαν σύννεφα σε βάζα, άλλα έπαιζαν με τα πουλιά που έμπαιναν στα σπίτια τους.

 Όμως οι νοικοκυρές είχαν προβλήματα. Δεν έβλεπαν καλά, και δεν έβρισκαν τα σκεύη στην κουζίνα τους. Το ταψί με την πίτα το έβαζαν στο ψυγείο, το παγωτό στον φούρνο, τα σιδερωμένα ρούχα στην πιατοθήκη, τα κρεμμύδια και τις πατάτες στο κρεβάτι τους… και τόσα άλλα ακόμα! Αλλά και οι άντρες είχαν προβλήματα. Δεν έβλεπαν καλά, και δεν έβρισκαν τα εργαλεία τους, τα χωράφια, τα αυτοκίνητα, τα ζώα τους. Ο ένας έμπαινε στο αυτοκίνητο του άλλου, όργωνε το χωράφι του γείτονα, και ο γείτονας το δικό του. Τάιζε τα ζωντανά του γείτονα και κλάδευε τα δέντρα του άλλου.
Ο γείτονας μάζευε τους καρπούς του διπλανού του και πουλούσε τα λαχανικά του άλλου.
Όλα αυτά γινόντουσαν τα καλοκαίρια.

 Τους χειμώνες όμως τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα!
Το χιόνι και η ομίχλη σκέπαζαν τα πάντα. Οι κάτοικοι έπαιρναν τα ξύλα από τις αποθήκες και πήγαινα να ανάψουν το τζάκι του σπιτιού τους, αλλά πολλές φορές έμπαιναν σε λάθος σπίτι.
Έτρωγαν με λάθος οικογένειες και μπέρδευαν τα παιδιά τους. Πήγαιναν στο φούρνο, φιλούσαν το χέρι του φούρναρη και περίμεναν να τους κοινωνήσει. Πήγαιναν στην εκκλησία και ζητούσαν ψωμί, κουλουράκια, ή γλυκά. Πήγαιναν στο μπακάλικο και ζητούσαν βίδες, καρφιά, τανάλιες, ή πήγαιναν στον χασάπη και ζητούσαν φάρμακα, μπογιές, σύρματα! Όμως το χειρότερο ήταν με τα δέντρα και τα φυτά. Έκανε τόσο πολύ κρύο που δεν μεγάλωναν πολύ. Πολλά από αυτά μαραίνονταν, σάπιζαν και καταστρέφονταν. Όταν δε έβρεχε, το χωριό έμοιαζε σαν να ήταν νησί!
 Όλα κολυμπούσαν γύρω- γύρω και άλλαζαν θέση.

Η εκκλησία πήγαινε εκεί που ήταν το σχολείο, το σχολείο στη θέση του φούρνου, ο φούρνος στη θέση του μπακάλικου και ούτω κάθε εξής.
Μια κρύα μέρα του χειμώνα λοιπόν, καθώς η Έλλη κοιτούσε από το παράθυρο το χιόνι να πέφτει στον κήπο της γιαγιάς της, την ρωτάει:
-Γιαγιά, κρυώνουν τώρα τα λουλούδια;
-Κρυώνουν και αυτά παιδάκι μου.
-Εμείς τώρα γιατί δεν κρυώνουμε;
-Γιατί φοράμε ζεστά, μάλλινα ρούχα παιδί μου.

-Γιατί δεν φτιάχνουμε ζεστά ρούχα και για τα φυτά μας; Είπε η μικρή Έλλη.
 Η γιαγιά σκέφτηκε λίγο, χαμογέλασε και είπε:
-Έχω πολλά κουβάρια μαλλί στο ντουλάπι μου, έλα να διαλέξουμε μαζί, τι φόρεμα να πλέξω στο κάθε φυτό!
Έτσι και έγινε.

Η γιαγιά έκατσε στην πολυθρόνα της και άρχισε να πλέκει , να πλέκει, να πλέκει ασταμάτητα.
Πέρασαν μερικές μέρες και η γιαγιά είχε ετοιμάσει παλτουδάκια για τρεις μεγάλες γλάστρες και για δύο δεντράκια.
Η  Έλλη χαρούμενη έτρεξε να ντύσει τα φυτά και να τους φορέσει τα ωραία πλεκτά της γιαγιάς της. Της άρεσαν τόσο πολύ έτσι ντυμένα όλα, που άρχισε να φωνάζει χαρούμενη.
Την άκουσαν από τα διπλανά σπίτια και βγήκαν όλοι να δουν τι συμβαίνει.

 Μόλις είδαν τον κήπο της γιαγιάς ντυμένο με πλεκτά ρούχα, ενθουσιάστηκαν όλοι και άρχισαν να φωνάζουν και αυτοί χαρούμενοι.
-Τώρα δεν θα χαλάνε τα φυτά μας!
-Θα αντέχουν στο κρύο!
- Να φτιάξουμε πλεκτά ρούχα σε όλα τα ζώα.
-Σε όλα τα δέντρα, σε όλα τα φυτά.

-Στις στέγες, στα χωράφια……
Και πράγματι έτσι έγινε. Το χωριό χαρούμενο που βρήκε λύση στο πρόβλημα του χειμώνα, ζήτησε από την γιαγιά της Έλλης με γρήγορους ρυθμούς να αρχίσει να πλέκει, να πλέκει, να πλέκει…
Οι γυναίκες, για να βοηθήσουν την γιαγιά να πλέκει ασταμάτητα, έτρεξαν με τα κουβάρια στα χέρια, όσα είχε η κάθε μία δηλαδή, και της τα πρόσφεραν. Και η γιαγιά έπλεκε, έπλεκε, έπλεκε, έπλεκε…. ασταμάτητα!

Οι άντρες, έντυναν τα δέντρα και τις στέγες στα σπίτια τους, και η γιαγιά έπλεκε, έπλεκε, έπλεκε, έπλεκε….ασταμάτητα! Τα παιδιά έντυναν τις γλάστρες και τα φυτά, και η γιαγιά έπλεκε, έπλεκε, έπλεκε, έπλεκε…. ασταμάτητα! Έτσι, όλοι μαζί, έφτιαξαν ένα πλεκτό ζεστό χωριό, με ωραία σχέδια και χαρούμενα χρώματα. Στην καρδιά του χειμώνα, που όλα τα χωριά ήταν κατάλευκα, αυτό ήταν το πιο χρωματιστό και όμορφο χωριό που έχει δει κανείς! Και φυσικά δεν ξέχασαν ποτέ, ότι αυτό ήταν μια έξυπνη ιδέα της  Έλλης, και τα πρώτα πλεκτά ρουχαλάκια των δέντρων, ήταν της αγαπημένης γιαγιάς της!


η εικονογράφηση έχει γίνει ηλεκτρονικά με χρήση photoshop, τον Μάρτιο του 2012.
 

παραμύθι 02 "Ο λαγός που όλο πεινούσε, και όλο ξεχνούσε"

Τα λαγουδάκια αρέσουν πολύ στην Έλλη, και όχι μόνο σοκολατένια. Σκέφτηκε λοιπόν μια ιστοριούλα για να την πει στις φίλες της με ένα όμορφο λαγουδάκι τον Ηλία, που τον ονόμασε έτσι, γιατί του άρεσε πολύ να κάθεται στον ήλιο και να τρώει ηλιόσπορους!


Μία φορά και ένα καιρό ήταν ένα όμορφο δάσος, καταπράσινο, γεμάτο ζωάκια και πουλάκια. Σε αυτό το δάσος, τα πουλιά κάθε δεκατέσσερις Μαίου κάνουν μια γιορτή. Φοράνε τα καλά τους καμαρώνουν και κελαηδούν χαρούμενα. Αυτή τη χρονιά σκέφτηκαν να φτιάξουν ένα χώρο ιδιαίτερο. Να έχει φώτα, ωραίους πίνακες ζωγραφικής στους τοίχους και μαρμάρινα πλακάκια. Εκεί θα λάμπει η ομορφιά τους και τα υπόλοιπα ζώα του δάσους θα τα θαυμάζουν, γιατί θα φαίνονται πιο όμορφα.

Το κοράκι λοιπόν που κάνει και το πιο έξυπνο, πρότεινε να ζητήσουν την βοήθεια του λαγού που είναι και ζωγράφος. Σίγουρα κάποια καλή ιδέα θα είχε για τον στολισμό.
Έτσι και έγινε. Αφού όλα τα πουλιά συμφώνησαν ανέλαβε να το πει στον λαγό, που όλο ξεχνούσε και όλο πεινούσε.

Ο λαγός έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι στο δάσος που ήταν και το ατελιέ του. Σαν ενθουσιώδης καλλιτέχνης που ήταν, δέχτηκε αμέσως την πρόταση των πουλιών. Έψαξε τα σύνεργά του, ρύθμισε το καβαλέτο του, μάζεψε τις μπογιές του… αλλά μετά ξέχασε τι ήθελε να ζωγραφίσει.
Σκεφτόταν, σκεφτόταν, αλλά τίποτα δεν θυμόταν. Αφού λοιπόν δεν θυμόταν τίποτα, αποφάσισε να ζωγραφίσει φύλλα, κλαδιά και ανάποδα σπίτια που τόσο πολύ του άρεσαν!
Μετά από λίγη ώρα το κοράκι που πέρασε να δει τι είχε κάνει ο λαγός. Κοιτάζει από το παράθυρο και τι βλέπει; Τον λαγό να πετάει τις ζωγραφιές του! Το κοράκι έμεινε έκπληκτο. Μαζεύει μια από αυτές και την κοιτάζει προσεχτικά.

Δεν μπορεί να εξηγήσει την συμπεριφορά του λαγού, αλλά ούτε και τις ζωγραφιές που είχε κάνει! Αυτά που είχε ζωγραφίσει δεν ήταν καθόλου κατάλληλα για την γιορτή. Το κοράκι, δεν ήξερε ότι ο λαγός, που όλο ξεχνούσε και όλο πεινούσε, δεν θυμόταν τι έπρεπε να φτιάξει! Και αφού δεν θυμόταν πετάει τις ζωγραφιές, παίρνει μια σφυρίχτρα και αρχίζει να σφυρίζει και να βηματίζει σαν τροχονόμος μέσα στο δωμάτιο του.

Το κοράκι, έντρομο που ο χρόνος περνούσε χωρίς ο λαγός να έχει φτιάξει τίποτα για την γιορτή, του λέει να σταματήσει τα παιχνίδια με την σφυρίχτρα και να φτιάξει πιο κατάλληλες ζωγραφιές, όπως φτερά, πουλιά, σύννεφα…
Του λέει ακόμα, ότι οι ζωγραφιές του δεν του άρεσαν καθόλου, και αφού αυτός ανέλαβε να του αναθέσει την διακόσμηση για τη γιορτή, άρα αυτός μπορεί και να του πει ότι έφτιαξε σαχλαμάρες που πρέπει να τις αλλάξει.
Ο λαγός, όταν το άκουσε αυτό, θύμωσε και θύμωσε πολύ με τα προσβλητικά αυτά λόγια. Θύμωσε τόσο πολύ όμως, που του πετάει τους υπόλοιπους πίνακες στο κεφάλι.


Γιατί ο λαγός που τον έλεγαν Ηλία, που του άρεσε να κάθεται στον ήλιο και να τρώει ηλιόσπορους, και όλο πεινούσε και όλο ξεχνούσε, θύμωνε και εύκολα! Γιαυτό, τώρα το κοράκι, έπρεπε να βρει κάποιο τρόπο να καλοπιάσει τον λαγό.
Η ώρα περνούσε και τα πουλιά περίμεναν να δουν ωραίους πίνακες ζωγραφικής από τον καλλιτέχνη λαγό, για να στολίσουν το δωμάτιο χορού. Ο λαγός όμως τώρα, ήταν πολύ στεναχωρημένος που το κοράκι έκρινε τις ζωγραφιές του ακατάλληλες.



Φεύγει λοιπόν στο δάσος για να εμπνευστεί καλύτερο θέμα. Προχωρούσε, προχωρούσε, και προχωρούσε… όμως μετά από λίγο ξέχασε γιατί προχωρούσε και ένοιωσε ότι πεινούσε, πεινούσε, πεινούσε, γιαυτό αποφάσισε να γυρίσει σπίτι του, να βρει κάτι να φάει.


Το κοράκι που κάνει το έξυπνο, όταν κατάλαβε ότι ο λαγός ξεχνάει εύκολα, σκέφτηκε να αλλάξει συμπεριφορά. Άφησε να περάσει λίγη ώρα, και πήγε πάλι στο σπίτι του λαγού.
Πήρε το λυπημένο του ύφος, και λέει με γλυκιά φωνή:
-Καλέ μου λαγέ, μεγάλε καλλιτέχνη, θα βρω τον μπελά μου από τα πουλιά αν δεν ζωγραφίσεις κάτι όμορφο και γρήγορα.
Όπως ξέρεις, δικιά μου ιδέα ήταν να αναλάβεις εσύ την διακόσμηση μα τώρα δεν έχουμε χρόνο για αλλαγές. Να κοίτα αυτό, του λέει, και του δίνει ένα καρότο. Επειδή ξέρω ότι σου αρέσουν πολύ, κάτι θα εμπνευστείς κοιτώντας το.
Αυτά είπε το κοράκι και έφυγε, αφού πρώτα τόνισε ότι θα επιστρέψει σε λίγο.

Ο λαγός, μόλις έφυγε το κοράκι, θεώρησε υποχρέωσή του να αποδείξει πόσο καλός ζωγράφος είναι. Βρήκε λοιπόν ένα καρότο, έκατσε στην πολυθρόνα του και άρχισε να το κοιτάζει με επιμονή, μήπως και του έρθει καμιά καλή ιδέα.
Το κοίταγε, το κοίταγε, το κοίταγε…αλλά μετά από λίγο ένοιωσε ότι πείναγε, πείναγε, πείναγε! Ξέχασε τότε γιατί τo κοίταγε, άνοιξε το στόμα του και άρχισε να το μασουλάει χαρούμενος.
Δεν χόρτασε όμως με αυτό και έτσι πήρε να φάει και άλλο, και μετά άλλο, και πάλι άλλο και ξανά και άλλο, κι άλλο κι άλλο…
Όταν πια δεν θυμόταν πόσα είχε φάει, σταμάτησε χορτάτος και ευχαριστημένος.

Η ώρα είχε περάσει όμως, και το κοράκι ξαναγύρισε. Όταν είδε ότι ο λαγός δεν είχε κάνει τίποτα ακόμα, τρελάθηκε από την απελπισία του.

Έπρεπε να σκεφτεί κάτι γρήγορα, να βρει μια λύση! Και αφού δεν σκέφτηκε τίποτα καλό, έκραξε, πολλές φορές, να έρθουν οι φίλοι του, τα άλλα κοράκια να βοηθήσουν. Έτσι και έγινε.
Μετά από λίγο, εμφανίστηκε η παρέα του. Πολλά μαύρα κοράκια στην σειρά, που κρατούσαν από ένα καρότο.
Χτύπησαν την πόρτα του λαγού, και του είπαν όλα μαζί:
-Σκεφτήκαμε πως αν είσαι χορτάτος, ίσως σου έρθει κάποια καλή ιδέα να ζωγραφίσεις!

Ο λαγός χαρούμενος, δέχτηκε την προσφορά τους και άρχισε αμέσως να τρώει. Έτρωγε, έτρωγε, έτρωγε... μα τίποτα δεν του ερχόταν στο μυαλό για να ζωγραφίσει.
Όταν μάλιστα έφαγε και το τελευταίο καρότο, δεν θυμόταν ούτε γιατί είχαν έρθει τόσα κοράκια σπίτι του.
Αλλά η ώρα είχε περάσει. Ήταν τώρα πια σούρουπο. Σε λίγο θα άρχιζε η γιορτή. Κάποια πουλιά είχαν ήδη συγκεντρωθεί στο χώρο της γιορτής, και κοίταζαν γύρω τους ανήσυχα.
-Ούτε ένας πίνακας, ούτε μια ζωγραφιά, είπαν κάποια θυμωμένα.
-Μας κορόιδεψε το κοράκι, είπαν κάποια δυσαρεστημένα.
Γύρισαν τότε όλα μαζί την πλάτη τους στο κοράκι, χωρίς να ακούσουν καμιά από τις δικαιολογίες του, και φυσικά ούτε κουβέντα για την «υπέροχη» ιδέα του να διακοσμήσει ο λαγός τους τοίχους.
Τα πουλιά είχαν θυμώσει πάρα πολύ, γιατί κατάλαβαν ότι καταστράφηκε η γιορτή τους μετά από αυτό που έγινε.
Είπαν λοιπόν στο κοράκι να φύγει αμέσως από εκεί.
-Αν δεν φέρεις σε μια ώρα μια ωραία ζωγραφιά να στολίσουμε τον χώρο, δεν θα έρθεις στη γιορτή μας ποτέ. Του είπαν όλα μαζί θυμωμένα.


Το κοράκι απελπισμένο έτρεξε στον λαγό κλαίγοντας.
-Λαγέ σώσε με, πρέπει να τους πάω οπωσδήποτε μια ζωγραφιά. Ότι να’ ναι. Και αν δεν έχεις τίποτα να ζωγραφίσεις, ζωγράφισε εμένα! 
Ο λαγός ενθουσιάστηκε με την ιδέα. Πήρε τα χρώματά του και αφού σκέφτηκε λίγο σαν αληθινός καλλιτέχνης που ήταν, έκανε το κοράκι αγνώριστο.
Ζωγράφισε πάνω στα φτερά του, όλα τα χρώματα της παλέτας που κρατούσε. Όταν τέλειωσε το αριστούργημά του, του έδωσε τον τίτλο, «τα χρώματα του δειλινού».
Ευτυχισμένο το κοράκι τώρα, καμαρώνει που από μαύρο έγινε πολύχρωμο.


Σίγουρο πια, ότι θα εντυπωσιάσει τα υπόλοιπα πουλιά στη γιορτή, πήγε στο δάσος και έφερε δυο καρότα στον λαγό. Ήθελε να τον ευχαριστήσει γιαυτό που έκανε και ήταν βέβαιο ότι και ο λαγός θα δεχόταν αυτό το δώρο.

Ήρθε επιτέλους και η ώρα της γιορτής. Όλα τα πουλιά περίμεναν τους πίνακες του λαγού
με ανυπομονησία. Τα φώτα είχαν ανάψει, η μουσική είχε αρχίσει να παίζει μια μελωδία, όταν ξαφνικά εμφανίζεται το κοράκι.
Καμαρωτό, καμαρωτό, στάθηκε μπροστά σε όλους. Όταν σιγουρεύτηκε δε, ότι όλα τα πουλιά το κοίταγαν με θαυμασμό, τους είπε δυνατά:
-Ο λαγός μου είπε, ότι εγώ είμαι η καλύτερη ζωντανή ζωγραφιά του, και ότι εγώ θα στολίσω την γιορτή!


Τα πουλιά ενθουσιασμένα, χειροκρότησαν όλα μαζί.
Ήταν καταπληκτική ιδέα και μοναδική έμπνευση του καλλιτέχνη λαγού, να προσφέρει μια ζωντανή ζωγραφιά έλεγαν και ξανάλεγαν και η γιορτή συνεχίστηκε με χορούς και τραγούδια. Όλοι ήσαν χαρούμενοι και διασκέδαζαν για πολλές ώρες.


Προς το ξημέρωμα, κουρασμένα πια τα πουλιά, αποφάσισαν να γυρίσουν στις φωλιές τους Λίγο πριν όμως, συμφώνησαν ότι ο λαγός τελικά, είναι ο καλύτερος ζωγράφος του δάσους.
Θα μπορεί να εκθέτει τα έργα του όποτε αυτός θέλει, ώστε και τα ζωάκια να τα βλέπουν. Συμφώνησαν ακόμα, κάθε δεκατέσσερις Μαϊου, στην γιορτή των πουλιών, να ζωγραφίζει και από ένα πουλί, όπως ακριβώς έκανε και με το κοράκι … αν τελικά το θυμηθεί!
[ η εικονογράφηση έχει γίνει με μελάνια σε χοντρό χαρτόνι το 2002,
 οι εικόνες επεξεργάστηκαν ηλεκτρονικά με χρήση photoshop και ολοκληρώθηκαν
τον Απρίλιο του 2012. ]