Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

παραμύθι 04 "τα κίτρινα βατραχοπέδιλα"


παραμύθι 04

"τα κίτρινα βατραχοπέδιλα"


Τα βατραχάκια αρέσουν πολύ στην Έλλη. Σκέφτηκε λοιπόν μια ιστοριούλα για να την πει στις φίλες της με ένα όμορφο βατραχάκι τον Λάκη Βατραχάκη, που φοβόταν να κολυμπήσει.
Μια φορά και έναν καιρό - αλήθεια ή ψέματα, δεν ξέρω- ζούσε ένα διαφορετικό, αλλιώτικο βατραχάκι. Είχε ένα μυστικό φοβερό και το κρατούσε φυλαγμένο για να μη το μάθει κανένας βάτραχος στη λίμνη. Αυτό το βατραχάκι λοιπόν – το πιστεύετε;- φοβόταν να μπει στο νερό!!!
Τώρα, ήταν που φοβόταν, ή που τα πόδια του ήταν κοντά… και αυτό δεν ήξερε τι έφταιγε.
«Αν κρυφτώ πίσω από τις φυλλωσιές και παρακολουθήσω τα άλλα βατραχάκια, ίσως μάθω να βουτάω όπως και αυτά», σκέφτηκε ο Λάκης Βατραχάκης. Παρακολούθησε λοιπόν με προσοχή τα τολμηρά βατραχάκια, μέτρησε τα βήματα που έκαναν, αλλά ο φόβος δεν του πέρασε.
«Ίσως να μη μάθω ποτέ να βουτάω» είπε ψιθυριστά να μη τον ακούσει κανείς, πίσω από τις φυλλωσιές που κρυβόταν.
Όμως εκείνη τη στιγμή, είδε κάτι που τον φόβισε ακόμα περισσότερο. Μια πρόσκληση για τον διαγωνισμό βουτιάς, ήταν πάνω στο νούφαρο του! Πάνω στην πρόσκληση ήταν γραμμένο το όνομά του. Το έλεγε καθαρά: “Ο κύριος Λάκης Βατραχάκης, προσκαλείται στον ετήσιο διαγωνισμό βουτιάς, που θα γίνει στην πράσινη λιμνούλα”.
Από την επόμενη κιόλας μέρα, ο Λάκης Βατραχάκης, άρχισε τις δοκιμές και την προπόνηση.
Με τις πρώτες όμως δοκιμές ήπιε αρκετό νερό, και λίγο έλειψε να πνιγεί.
Πανικόβλητος, έκατσε σένα βραχάκι να συνέλθει.
Ο φόβος του μεγάλωνε, κι η ημέρα του διαγωνισμού πλησίαζε.
Δεν ήξερε τι να κάνει. Λυπημένο γύρισε στο νούφαρο του και ετοιμάστηκε να αποκοιμηθεί.
Όμως εκεί, δίπλα στο νούφαρο, βρήκε ένα ζευγάρι κίτρινα βατραχοπέδιλα!
Δειλά-δειλά τα φόρεσε. Ήταν στο νούμερο του ακριβώς. Ενθουσιάστηκε! Δεν ήταν όνειρο, ήταν αλήθεια. Δυο κίτρινα βατραχοπέδιλα δικά του! Τώρα έπρεπε να τα καταφέρει!
Πήρε φόρα, και άρχισε... Μια, δυο, τρεις δοκιμές και το κολύμπι ήταν εύκολο πια...
Από τη χαρά του δεν κρατιόταν. Μέχρι και ο φόβος πέρασε για λίγο…
Πάνω στη χαρά και στη βιασύνη, έβγαλε τα βατραχοπέδιλα κι έκανε μια βουτιά. Ναι, μια σωστή βουτιά! Και ο φόβος πέρασε για πάντα!!! Από τότε, ο Λάκης Βατραχάκης χαιρόταν τις βουτιές στη λίμνη όπως όλα τα άλλα βατραχάκια. Δεν τον ένοιαζε που είχε κοντά ποδαράκια, αρκεί που έκανε μεγάλες βουτιές, και όλοι τον θαύμαζαν γι’ αυτό!
Ιούλιος 2012

[“ΤΑ ΚΙΤΡΙΝΑ ΒΑΤΡΑΧΟΠΕΔΙΛΑ” γράφτηκαν και εικονογραφήθηκαν το 1987, για να φιλοξενηθούν
στο παιδικό περιοδικό Αερόστατο” . Χρησιμοποίησα νεροχρώματα, μελάνια και ξύλινες μπογιές.
Τον Ιούλιο του 2012, επεξεργάστηκα ηλεκτρονικά τις εικόνες με χρήση photoshop.]


Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

παραμύθι 03 "Δεν βλέπω, ε και λοιπόν;"

παραμύθι 03

"Δεν βλέπω, ε και λοιπόν;"

Αυτή η ιστορία, είναι μία ιστορία για τα πράγματα που δεν μπορούμε να δούμε. Μια ιστορία με όλες τις αισθήσεις μας εκτός από μια. Αν κλείσουμε τα μάτια μας, τα πράγματα έχουν μια άλλη αξία, άλλη διάσταση. Πως θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ένα συναίσθημα, ένα χρώμα σε κάποιον που δεν βλέπει; Με την αγάπη μας και όλες τις άλλες αισθήσεις! Έτσι έκανε και η Ευριδίκη με τον μικρό Νικολάκη που δεν έβλεπε. Μήπως είναι καιρός να επικοινωνούμε βάζοντας σε λειτουργία όλες τις  αισθήσεις μας;

Μία φορά και ένα καιρό, ήταν μια γατούλα η Ευριδίκη, που είχε πέντε γατάκια. Όλα όμορφα και παιχνιδιάρικα έμοιαζαν σαν πέντε σταγόνες νερό. Μόνο που ένα από αυτά, είχε μια μικρή διαφορά από τα άλλα: σκόνταφτε συνεχώς και κουτουλούσε πάνω στα πράγματα γύρω του. Λερωνόταν όταν έτρωγε, δυσκολευόταν να βρει τα παιχνίδια του, ή το καλαθάκι του, για να κοιμηθεί. Η μαμά του η Ευριδίκη του είχε δείξει άπειρες φορές, πώς να κινείται και πώς να φέρεται, όμως εκείνο αν και την άκουγε προσεχτικά, δεν άλλαζε τους τρόπους του.


Την Ευριδίκη την προβλημάτιζε πολύ η συμπεριφορά του μικρού Νικολάκη. Άνοιξε λοιπόν και αυτή το βιβλίο της οικογένειας των γάτων μήπως βρει κάτι που μπορεί να την βοηθήσει. Διάβασε ώρες ατέλειωτες. Διάβαζε, διάβαζε, διάβαζε για τους ποντικούς των αγρών, τους ποντικούς των πόλεων, τους ποντικούς που δεν βλέπουν, τους τυφλοπόντικες! Μετά, το βιβλίο έγραφε για τις γάτες Περσίας, Αγκύρας, τις κακομαθημένες γάτες του Σιάμ…. έγραφε και για τα γατάκια που δεν βλέπουν. 
 
Για εκείνα τα γατάκια που όσο είναι μικρά σκοντάφτουν, πέφτουν εύκολα, και κάνουν ζημιές άθελα τους, για τα γατάκια που χρειάζονται την υπομονή, την φροντίδα, το ενδιαφέρον, την αγάπη μας!! Όσο όμως μεγαλώνουν αποκτούν μια ιδιαίτερη ικανότητα. Αντιλαμβάνονται τα πράγματα, τα αισθήματα, τις καταστάσεις, με μια εκπληκτική ακρίβεια. Αναπτύσσουν μια άλλη αίσθηση: την διαίσθηση!
 Όταν πια είχε κοιτάξει και την τελευταία σελίδα, του βιβλίου των γάτων, δεν είχε καμία αμφιβολία!
Ο μικρός Νικολάκης δεν έμοιαζε με τα άλλα γατάκια της. Ήταν μοναδικός.


 Η μαμά γάτα, φύλαξε το βιβλίο της και πήγε να τον βρει. Καθόταν στο καλαθάκι του και έπαιζε με κάτι μπλε βόλους. Η Ευριδίκη τον πήρε στην ζεστή αγκαλιά της και με τρυφερότητα του ψιθύρισε:
«Σήμερα θα σου πω ένα παραμύθι, ένα παραμύθι μόνο για σένα Νικολάκη!...
 Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια γατούλα η Ευριδίκη που είχε πέντε γατάκια. Όλα όμορφα και παιχνιδιάρικα έμοιαζαν σαν πέντε σταγόνες νερό, μόνο που ένα είχε μια διαφορά από τα άλλα, το έλεγαν Νικολάκη και δεν έβλεπε! Έτσι η μαμά του η Ευριδίκη, αποφάσισε να του μάθει πως είναι τα πράγματα γύρω του. Όσα δεν μπορεί να δει με τα ματάκια του, αλλά μπορεί να καταλάβει με τις περιγραφές και την αγάπη της μητέρας του.

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

παραμύθι 02 "Ο λαγός που όλο πεινούσε, και όλο ξεχνούσε"


παραμύθι 02

"Ο λαγός που όλο πεινούσε, και όλο ξεχνούσε"


Τα λαγουδάκια αρέσουν πολύ στην Έλλη, και όχι μόνο σοκολατένια. Σκέφτηκε λοιπόν μια ιστοριούλα για να την πει στις φίλες της με ένα όμορφο λαγουδάκι τον Ηλία, που τον ονόμασε έτσι, γιατί του άρεσε πολύ να κάθεται στον ήλιο και να τρώει ηλιόσπορους!
Μία φορά και ένα καιρό ήταν ένα όμορφο δάσος, καταπράσινο, γεμάτο ζωάκια και πουλάκια. Σε αυτό το δάσος, τα πουλιά κάθε δεκατέσσερις Μαίου κάνουν μια γιορτή. Φοράνε τα καλά τους καμαρώνουν και κελαηδούν χαρούμενα. Αυτή τη χρονιά σκέφτηκαν να φτιάξουν ένα χώρο ιδιαίτερο. Να έχει φώτα, ωραίους πίνακες ζωγραφικής στους τοίχους και μαρμάρινα πλακάκια. Εκεί θα λάμπει η ομορφιά τους και τα υπόλοιπα ζώα του δάσους θα τα θαυμάζουν, γιατί θα φαίνονται πιο όμορφα.
Το κοράκι λοιπόν που κάνει και το πιο έξυπνο, πρότεινε να ζητήσουν την βοήθεια του λαγού που είναι και ζωγράφος. Σίγουρα κάποια καλή ιδέα θα είχε για τον στολισμό.
Έτσι και έγινε. Αφού όλα τα πουλιά συμφώνησαν ανέλαβε να το πει στον λαγό, που όλο ξεχνούσε και όλο πεινούσε.
Ο λαγός έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι στο δάσος που ήταν και το ατελιέ του. Σαν ενθουσιώδης καλλιτέχνης που ήταν, δέχτηκε αμέσως την πρόταση των πουλιών. Έψαξε τα σύνεργά του, ρύθμισε το καβαλέτο του, μάζεψε τις μπογιές του… αλλά μετά ξέχασε τι ήθελε να ζωγραφίσει.
Σκεφτόταν, σκεφτόταν, αλλά τίποτα δεν θυμόταν. Αφού λοιπόν δεν θυμόταν τίποτα, αποφάσισε να ζωγραφίσει φύλλα, κλαδιά και ανάποδα σπίτια που τόσο πολύ του άρεσαν!
Μετά από λίγη ώρα το κοράκι που πέρασε να δει τι είχε κάνει ο λαγός. Κοιτάζει από το παράθυρο και τι βλέπει; Τον λαγό να πετάει τις ζωγραφιές του! Το κοράκι έμεινε έκπληκτο. Μαζεύει μια από αυτές και την κοιτάζει προσεχτικά.


Δεν μπορεί να εξηγήσει την συμπεριφορά του λαγού, αλλά ούτε και τις ζωγραφιές που είχε κάνει! Αυτά που είχε ζωγραφίσει δεν ήταν καθόλου κατάλληλα για την γιορτή. Το κοράκι, δεν ήξερε ότι ο λαγός, που όλο ξεχνούσε και όλο πεινούσε, δεν θυμόταν τι έπρεπε να φτιάξει! Και αφού δεν θυμόταν πετάει τις ζωγραφιές, παίρνει μια σφυρίχτρα και αρχίζει να σφυρίζει και να βηματίζει σαν τροχονόμος μέσα στο δωμάτιο του.
Το κοράκι, έντρομο που ο χρόνος περνούσε χωρίς ο λαγός να έχει φτιάξει τίποτα για την γιορτή, του λέει να σταματήσει τα παιχνίδια με την σφυρίχτρα και να φτιάξει πιο κατάλληλες ζωγραφιές, όπως φτερά, πουλιά, σύννεφα…
Του λέει ακόμα, ότι οι ζωγραφιές του δεν του άρεσαν καθόλου, και αφού αυτός ανέλαβε να του αναθέσει την διακόσμηση για τη γιορτή, άρα αυτός μπορεί και να του πει ότι έφτιαξε σαχλαμάρες που πρέπει να τις αλλάξει.

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

παραμύθι 07 "σκοτάδι στο δωμάτιό μου"


παραμύθι 07

"σκοτάδι στο δωμάτιό μου"


Mια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα γλυκό ήσυχο κοριτσάκι που το έλεγαν Έλλη. Όταν ήταν τεσσάρων χρόνων, άρχισε να φοβάται το σκοτάδι. Δεν ήθελε να κοιμάται μόνη της τα βράδια και πήγαινε στο κρεβάτι των γονιών της. Αυτό γινόταν πολύ καιρό ώσπου μια νύχτα έπαψε να φοβάται πια τους κακούς δράκους και τις κακές μάγισσες που πίστευε ότι κρυβόντουσαν στο δωμάτιό της! Ήταν η πρώτη νύχτα που είπε χαμογελαστή στους γονείς της: “Σήμερα θα κοιμηθώ μόνη μου. Δεν φοβάμαι τίποτα και κανένα”. Έτσι όπως τα λέω έγιναν τα πράγματα, αλλά καλλίτερα να σας τα πω, με την σειρά και από την αρχή. Μια μέρα λοιπόν, Σάββατο πρέπει να ήταν, η μαμά της Έλλης αποφάσισε να κάνει πολλές αλλαγές στο δωμάτιό της.

 Έβαλε καινούργιες λιλά κουρτίνες, όπως ακριβώς είναι το χρώμα του ουρανού, το καλοκαιριάτικο απομεσήμερο. Αριστερά και δεξιά από το κουρτινόξυλο, κρέμασε από μια χοντρή άσπρη κορδέλα και πάνω της στερέωσε όλα τα μικρά λούτρινα και υφασμάτινα παιχνιδάκια της. Στο κρεβατάκι της, άπλωσε ένα αφράτο λευκό πάπλωμα, και κοντά στο μαξιλάρι, έβαλε τα αγαπημένα της κουκλάκια. Μετά, πήρε μια σκάλα και κόλλησε στο ταβάνι του δωματίου της, εξήντα χάρτινες πεταλούδες, που είχε ζωγραφίσει μόνη της. Έκανε ένα σωρό πράγματα ακόμα στο δωμάτιο, που από όμορφο, είχε γίνει τώρα πιο όμορφο. Ήταν υπέροχο! Μέχρι το απόγευμα ασχολιόταν με όλα αυτά και όταν επιτέλους ολοκλήρωσε, πήρε αγκαλιά της την Έλλη και της είπε: “Σου αρέσει αγαπούλα μου το δωμάτιό σου;” Η μικρή με ένα πλατύ χαμόγελο της απάντησε, “ναι μανουλίτσα μου, είναι το πιο όμορφο δωμάτιο του κόσμου!” 
“Τότε το βράδυ πρέπει να κοιμηθείς εδώ, στο όμορφο κρεβατάκι σου παρέα με τις κουκλίτσες σου”, της είπε η μαμά της.