μύθοι

Εδώ, θα φτιάχνω μικρές ιστορίες από την ελληνική μυθολογία.
Θα τις παρουσιάζει η Έλλη με την παρέα της,
και που ξέρεις;...μπορεί να βρεθείς και εσύ κάποια στιγμή μέσα σε αυτές!


Διάλεξα για πρώτη ιστορία, τον μύθο του Φρίξου και της 'Ελλης.

Μύθος - 01 "Φρίξος και 'Ελλη"



































Μια φορά και έναν καιρό τα πολύ πολύ πολύ πολύ, παλιά χρόνια, σε μια πόλη, τον Ορχομενό, ζούσε ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Αθάμα.
Ο Αθάμας ήταν γιος του Αιόλου και της Εναρέτης. Γνωστός ήρωας της Θεσσαλίας και της Βοιωτίας.
Όταν κάποια στιγμή, αποφάσισε να παντρευτεί, πήρε για γυναίκα του την θεά της φιλοξενίας, την Νεφέλη. Μαζί της έκανε δυο όμορφα δίδυμα παιδάκια, τον Φρίξο και την Έλλη. Δυστυχώς όμως, ο γάμος τους δεν κράτησε πολύ καιρό και χώρισαν.
Η θεά Νεφέλη έφυγε από το βασίλειο του Ορχομενού, και ο βασιλιάς Αθάμας μετά από λίγο καιρό ξαναπαντρεύτηκε. Η δεύτερη γυναίκα του ήταν η Ινώ, θυγατέρα του Κάδμου.



Οι μέρες έμοιαζαν όμορφες στον Ορχομενό και ειδικά όταν ο βασιλιάς με την καινούργια του γυναίκα την Ινώ, απέκτησε δύο παιδάκια, τον Λέαρχο και τον Μελικέρτη.
Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για να κάνει εκείνη ευτυχισμένη, αφού ήξερε ότι τα δικά της παιδιά δεν θα γινόντουσαν ποτέ βασιλιάδες. Από την αρχή του γάμου της με τον Αθάμα, φθονούσε τα παιδιά που είχε από την Νεφέλη. Ήθελε να δει στο θρόνο της Βοιωτίας, τους δικούς της γιους, Λέαρχο και Μελικέρτη και όχι τον Φρίξο, τον γιό της πρώτης του γυναίκας.
Η ζήλεια της λοιπόν για τον Φρίξο και την Έλλη, δεν την άφηνε να ησυχάσει. Έψαχνε να βρει τρόπο να τα ξεφορτωθεί… και κάποια στιγμή τον βρήκε!
Ενθουσιασμένη με την ιδέα της, η Ινώ κατέστρωσε ένα ασυνήθιστο και μοχθηρό σχέδιο.
Πρώτα-πρώτα, μάζεψε κρυφά, τις γυναίκες της πόλης και τις έπεισε, χωρίς να το μάθουν οι άντρες τους, να ψήσουν τους σπόρους σιταριού που προορίζονταν για σπορά.


Οι γυναίκες που φοβόντουσαν την πανούργα βασίλισσα, υπάκουσαν. ΄Ολοι οι σπόροι που είχαν ψηθεί, καταστράφηκαν και δεν φύτρωσε τίποτα από αυτούς.
 Όπως ακριβώς υπολόγιζε η ίδια. Μετά περίμενε, περίμενε, να δει πόσο θα αντέξει ο κόσμος. Γιατί αυτό που έκανε, είχε ως αποτέλεσμα να πέσει πείνα στη χώρα. Οι κάτοικοι υπέφεραν, και ικέτευαν τον βασιλιά τους για βοήθεια. Αλλά και ο Αθάμας ήταν απελπισμένος με το κακό που είχε βρει τον Ορχομενό! Σκεφτόταν, σκεφτόταν και τελικά αφού ο ίδιος δεν μπορούσε να προσφέρει τίποτα στον λαό του, σκέφτηκε να ζητήσει την βοήθεια του Μαντείου των Δελφών. Το μαντείο, έβγαζε σωστούς χρησμούς και θα τον συμβούλευε πώς να βοηθήσει τον τόπο του.Έτσι και έγινε. Έστειλε λοιπόν απεσταλμένους στο Μαντείο των Δελφών, για να αποκαλυφθεί η αιτία της καταστροφής των σιτηρών.
Να μάθει τουλάχιστον τον λόγο που δεν φυτρώνει τίποτα, και τι να κάνει για να σωθεί η χώρα του!
Έτσι η Ινώ, η ζηλιάρα και κακιά βασίλισσα, έβαλε σε εφαρμογή το δεύτερο μέρος του σχεδίου της. Έπεισε αυτούς που ήρθαν από το μαντείο, αφού τους δωροδόκησε πρώτα, να δώσουν διαφορετική απάντηση από την αληθινή στον Αθάμαντα. Να πουν δηλαδή στον βασιλιά, αυτό που τους πρόσταξε εκείνη. Τι να έκαναν και αυτοί, από φόβο και μόνο, έκαναν ότι τους διέταξε. Μετέφεραν τα λόγια της βασίλισσας, όπως ακριβώς έπρεπε να τα πουν.
«Βασιλιά μας, ερχόμαστε από το μαντείο, με άσκημα μαντάτα» είπαν οι απεσταλμένοι.
«Η Βοιωτία για να σωθεί, να ξαναφυτρώσουν τα σπαρτά, και να σταματήσει η πείνα, ένα πράγμα μόνο πρέπει να γίνει».
Ο βασιλιάς με αγωνία περίμενε να ακούσει το θλιβερό μαντάτο, και τους πρόσταξε να του πουν τον χρησμό του μαντείου, που όσο δύσκολο και αν ήταν, αυτός θα το έπραττε για το καλό της χώρας του! Οι απεσταλμένοι τότε, του είπαν με κατεβασμένο το κεφάλι, θλιμμένοι και φοβισμένοι.
«Μόνο με θυσία θα σωθούμε βασιλιά, μας είπε το μαντείο».
«Και τι να θυσιάσουμε λοιπόν, πείτε μου», ρώτησε ο βασιλιάς.



«Τα παιδιά σου από την πρώτη σου γυναίκα την Νεφέλη, τον Φρίξο και την Έλλη. Αυτά πρέπει να θυσιαστούν στον βωμό του Δία».
Ο Αθάμας δεν πίστευε αυτό που άκουγε και ρώταγε και ξαναρώταγε αν κατάλαβαν καλά τον χρησμό, για να σιγουρευτεί. Ο λαός όμως που πεινούσε, τον πίεζε να βιαστεί να εκτελέσει την επιθυμία των θεών. Έτσι, μη μπορώντας να το αποφύγει, ο Αδάμας, αναγκάστηκε να διατάξει την τέλεση προετοιμασιών για τη θυσία. Έτσι, με γρήγορες διαδικασίες, ο Φρίξος με την Έλλη, τα δίδυμα αδερφάκια, οδηγήθηκαν στον βωμό. Τώρα λοιπόν, το σχέδιο της κακιάς Ινώ, έμοιαζε να ολοκληρώνεται με επιτυχία, αφού τα παιδιά του βασιλιά θα έφευγαν από την μέση, χωρίς να φαίνεται ότι το επιθυμούσε εκείνη.
Όμως τα πράγματα την τελευταία στιγμή άλλαξαν. Δεν έγιναν όπως τα φανταζόταν η βασίλισσα. Γιατί η Νεφέλη, η μητέρα του Φρίξου και της Έλλης, αν και από μακριά, έμαθε τα συμβάντα. Με τίποτα δεν θα άφηνε τα παιδιά της να θυσιαστούν άδικα από την ζήλεια της Ινώ. Έστειλε λοιπόν, το Χρυσόμαλλο Κριό, δώρο του Ερμή, για να σώσει τα παιδιά. Αυτό το κριάρι με τα χρυσά μαλλιά, δεν έμοιαζε με τα άλλα κριάρια γιατί αυτό πετούσε, και θα έπαιρνε στην ράχη του μακριά τα παιδιά της, μακριά από την Βοιωτία.


Έτσι και έγινε! Το κριάρι πετώντας, πλησίασε τα αδερφάκια στον βωμό. Αυτά ανέβηκαν γρήγορα στην πλάτη του, πριν προλάβει να τα σταματήσει κάποιος και απομακρύνθηκαν γρήγορα από το θυσιαστήριο. Πετούσαν ψηλά, πάνω από κάμπους, βουνά, πεδιάδες, πετούσαν για ώρες πολλές. Κάποια όμως στιγμή, καθώς πετούσαν επάνω από την θάλασσα, η μικρούλα Έλλη, κουρασμένη πια από το ταξίδι, δεν μπόρεσε να κρατηθεί στην ράχη του Κριού, ζαλίστηκε και έπεσε. Αβοήθητη στο πέλαγος, χάθηκε.
Όμως όλοι ήξεραν ότι την Έλλη, την πήρε κοντά του ο Ποσειδώνας, ο θεός της θάλασσας.

Αυτό το πέλαγος, από τότε ονομάσθηκε Ελλήσποντος. Από το Έλλη, και πόντος που σημαίνει θάλασσα. Η θάλασσα της Έλλης!



[ η εικονογράφηση έχει γίνει ηλεκτρονικά με χρήση photoshop, τον Απρίλιο του 2012. ]


ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2012





* Όσο για τον Φρίξο θα πούμε άλλη φορά. Αυτός τώρα, μόνος, συνέχισε την πορεία του. Ο Κριός πετούσε, πετούσε, ώσπου έφτασε μέχρι την Κολχίδα.Εκεί γνώρισε τον βασιλιάς Αιήτη, που τον δέχθηκε πρόθυμα, και όταν μεγάλωσε του έδωσε ως σύζυγο τη θυγατέρα του, Μήδεια. Έπειτα, ο Φρίξος θυσίασε το χρυσόμαλλο κριό στον βωμό του Δία και δώρισε το δέρμα του (δέρας) στον Αιήτη. Εκείνος το αφιέρωσε στον Άρη, τον θεό του πολέμου, και το κρέμασε από την ιερή Δρυ, στο ιερό δάσος του θεού. Σε αυτό το ιερό δάσος, για να μην μπορεί κανείς να το κλέψει, έβαλαν να το προσέχει ένας μεγάλος δράκος, ο οποίος δεν κοιμόταν ποτέ! Το  χρυσόμαλλο δέρας ήταν αργότερα ο στόχος της Αργοναυτικής Εκστρατείας...

μύθοι -01 "Φρίξος και  Έλλη"




μύθος - 02 "Αλκυόνη"


Μια φορά και έναν καιρό τα πολύ πολύ πολύ πολύ, παλιά χρόνια, ο θεός των ανέμων ο Αίολος και η Εναρέτη παντρεύτηκαν και έκαναν μια πανέμορφη κορούλα που την ονόμασαν Αλκυόνη.
Αυτή με την σειρά της, όταν μεγάλωσε και έγινε ποιο όμορφη απ’ ότι ήταν, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον Κήυκα.
Περνούσαν πολύ καλά μαζί, και όλοι τους καμάρωναν που ήσαν τόσο αγαπημένοι και ταιριασμένοι. Και οι ίδιοι όμως, ένιωθαν τόσο ευτυχισμένοι, ώστε άρχισαν να πιστεύουν ότι δεν ήταν κοινοί, συνηθισμένοι άνθρωποι και έτσι σιγά -σιγά, άρχισαν να θεωρούν, ότι είναι κάτι σαν τους Θεούς…


Και όσο το σκεφτόντουσαν σιγουρεύτηκαν, ότι τελικά, και αυτοί Θεοί θα έπρεπε να ήσαν.
Μα σαν να μην έφτανε μόνο αυτό, ο Κήυκας, είχε παρασυρθεί τόσο πολύ με αυτή την ιδέα, που θεώρησε τον εαυτό του μεν, ισάξιο του Δία, την δε Αλκυόνη ισάξια της Ήρας.
Αλλά ούτε και αυτό ήταν αρκετό γι’ αυτούς, γιατί μετά από λίγο καιρό, άρχισαν να φωνάζουν ο ένας τον άλλο με τα ονόματα Δίας και Ήρα, και έπαψαν πια, να χρησιμοποιούν τα πραγματικά δικά τους ονόματα.
Αυτό όμως ήταν κάτι που έδειχνε ασέβεια προς τους θεούς του Ολύμπου, που όλοι ξέρουμε πόσο εύκολα θύμωναν. Ιδιαιτέρως ο Δίας θύμωσε πιο πολύ από όλους, γιατί τόλμησε κάποιος θνητός να χρησιμοποιήσει το όνομά του χωρίς να φοβηθεί την οργή του!


Θύμωσε τόσο πολύ λοιπόν, που αποφάσισε να τον τιμωρήσει πολύ αυστηρά. Μια μέρα λοιπόν, που ο Κήυκας ήταν με το καράβι του στ’ ανοιχτά πέλαγα, έριξε έναν κεραυνό και το τσάκισε. Αυτός, αβοήθητος καθώς ήταν, έπεσε στα μανιασμένα κύματα, και πάλεψε μαζί τους για να σωθεί, όμως δεν τα κατάφερε και πνίγηκε, όπως είχε αποφασίσει γι’ αυτόν ο Δίας.



Όταν έμαθε η Αλκυόνη το θλιβερό γεγονός, δεν το πίστεψε. Πήγε με αγωνία στ’ ακρογιάλι μήπως μπορέσει να βρει τον αγαπημένο της ζωντανό, αλλά μάταιο. Το μόνο που βρήκε ήταν λίγα σπασμένα ξύλα που είχε ξεβράσει το νερό, από το ναυάγιο. Μόλις σιγουρεύτηκε για τον χαμό του αγαπημένου της, άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα. Νύχτα και μέρα θρηνούσε τον χαμό του Κήυκα, εκεί στην άκρη της θάλασσας, που τα δυνατά κύματα χτυπούν με ορμή τα βράχια.
Ο Δίας όμως την λυπήθηκε έτσι θλιμμένη και μόνη που έκλαιγε τόσον καιρό. Σκέφτηκε λοιπόν να ανακουφίσει τον πόνο της, το μαρτύριό της, και την μεταμόρφωσε σε πουλί.
Την μεταμόρφωσε λοιπόν σε ένα πανέμορφο πουλί που πήρε το όνομά της, Αλκυόνη. Έτσι, δεν θα θυμάται ότι υπήρξε κάποτε άνθρωπος που είχε τόσο βαθιά πληγωθεί.
Αυτό το πουλί, ζει κοντά στη θάλασσα, σαν να περιμένει να εμφανιστεί μέσα από τα κύματα ο χαμένος αγαπημένος του, ο Κήυκας.


Όμως, ούτε και τώρα γλύτωσε τα βάσανα, αφού γεννούσε τα αυγά της, μέσα στη βαρυχειμωνιά και τα κλωσούσε στα βράχια της ακτής. Με τα αγριεμένα κύματα να ορμούν μέχρι τη στεριά, να σκαρφαλώνουν στα βράχια, και να καταστρέφουν τη φωλιά και τ’ αυγά της, η δύστυχη Αλκυόνη, δεν θα έβλεπε ποτέ τα μωρά της να μεγαλώνουν!
Για άλλη μία φορά ο Δίας συμπόνεσε την Αλκυόνη. Έτσι, αποφάσισε, δεκαπέντε μέρες στην καρδιά του χειμώνα, να κοπάζουν οι άνεμοι, να ζεσταίνει την πλάση ο ήλιος, η θάλασσα να είναι ήρεμη, μέχρι να μπορέσει η Αλκυόνη να κλωσήσει τ’ αυγά και να βγουν τα μικρά της από μέσα.
Αυτές λοιπόν τις ηλιόλουστες μέρες του χειμώνα, από τα μισά περίπου του Δεκέμβρη, μέχρι τα μισά του Φλεβάρη, που γεννούν τα μικρά τους οι Αλκυόνες, τις λέμε «Αλκυονίδες μέρες»

η εικονογράφηση έγινε με χρήση photoshop και indesign, τον Ιούνιο 2012

 
*Οι αρχαίοι έλληνες που είχαν παρατηρήσει τις λίγες μέρες καλοκαιρίας που παρουσιάζονται μέσα
στο χειμώνα,  όταν γεννούν τα πουλιά αλκυόνες, εντυπωσιάστηκαν από αυτό το γεγονός, και το
ερμήνευσαν με το μύθο της Αλκυόνης, και αυτές τις μέρες τις ονόμασαν «Αλκυονίδες μέρες»

Μάιος 2012



 μύθος - 02 Αλκυόνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοσίευση σχολίου