Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

παραμύθια


παραμύθι 01

"Τα πλεκτά της γιαγιάς"




Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε ένα όμορφο χωριουδάκι στην κορυφή ενός πολύ, πολύ, πολύ ψηλού βουνού. Ήταν τόσο ψηλά αυτή η κορυφή του βουνού που τα σύννεφα σκέπαζαν τους δρόμους, τα δέντρα, τα χωράφια και τις στέγες.

 Ήταν τόσο ψηλά αυτή η κορυφή του βουνού, που τα σύννεφα έμπαιναν μέσα στα σπίτια, από τα παράθυρα και τις καμινάδες. Τα παιδιά χαιρόντουσαν πολύ με αυτό που συνέβαινε, γιατί μαζί με τα σύννεφα έμπαιναν και πολλά πουλιά. Αγριόχηνες, χελιδόνια… και όσα αποδημούσαν για θερμότερες χώρες!
Όλα φαινόντουσαν ωραία για τα παιδιά! Άλλα έπαιζαν κρυφτό στις γειτονιές, άλλα μάζευαν σύννεφα σε βάζα, άλλα έπαιζαν με τα πουλιά που έμπαιναν στα σπίτια τους.


 Όμως οι νοικοκυρές είχαν προβλήματα. Δεν έβλεπαν καλά, και δεν έβρισκαν τα σκεύη στην κουζίνα τους. Το ταψί με την πίτα το έβαζαν στο ψυγείο, το παγωτό στον φούρνο, τα σιδερωμένα ρούχα στην πιατοθήκη, τα κρεμμύδια και τις πατάτες στο κρεβάτι τους… και τόσα άλλα ακόμα! Αλλά και οι άντρες είχαν προβλήματα. Δεν έβλεπαν καλά, και δεν έβρισκαν τα εργαλεία τους, τα χωράφια, τα αυτοκίνητα, τα ζώα τους. Ο ένας έμπαινε στο αυτοκίνητο του άλλου, όργωνε το χωράφι του γείτονα, και ο γείτονας το δικό του. Τάιζε τα ζωντανά του γείτονα και κλάδευε τα δέντρα του άλλου.
Ο γείτονας μάζευε τους καρπούς του διπλανού του και πουλούσε τα λαχανικά του άλλου.
Όλα αυτά γινόντουσαν τα καλοκαίρια.

 Τους χειμώνες όμως τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα!
Το χιόνι και η ομίχλη σκέπαζαν τα πάντα. Οι κάτοικοι έπαιρναν τα ξύλα από τις αποθήκες και πήγαινα να ανάψουν το τζάκι του σπιτιού τους, αλλά πολλές φορές έμπαιναν σε λάθος σπίτι.
Έτρωγαν με λάθος οικογένειες και μπέρδευαν τα παιδιά τους. Πήγαιναν στο φούρνο, φιλούσαν το χέρι του φούρναρη και περίμεναν να τους κοινωνήσει. Πήγαιναν στην εκκλησία και ζητούσαν ψωμί, κουλουράκια, ή γλυκά. Πήγαιναν στο μπακάλικο και ζητούσαν βίδες, καρφιά, τανάλιες, ή πήγαιναν στον χασάπη και ζητούσαν φάρμακα, μπογιές, σύρματα! Όμως το χειρότερο ήταν με τα δέντρα και τα φυτά. Έκανε τόσο πολύ κρύο που δεν μεγάλωναν πολύ. Πολλά από αυτά μαραίνονταν, σάπιζαν και καταστρέφονταν. Όταν δε έβρεχε, το χωριό έμοιαζε σαν να ήταν νησί!
 Όλα κολυμπούσαν γύρω- γύρω και άλλαζαν θέση.

Η εκκλησία πήγαινε εκεί που ήταν το σχολείο, το σχολείο στη θέση του φούρνου, ο φούρνος στη θέση του μπακάλικου και ούτω κάθε εξής.
Μια κρύα μέρα του χειμώνα λοιπόν, καθώς η Έλλη κοιτούσε από το παράθυρο το χιόνι να πέφτει στον κήπο της γιαγιάς της, την ρωτάει:
-Γιαγιά, κρυώνουν τώρα τα λουλούδια;
-Κρυώνουν και αυτά παιδάκι μου.
-Εμείς τώρα γιατί δεν κρυώνουμε;
-Γιατί φοράμε ζεστά, μάλλινα ρούχα παιδί μου.

-Γιατί δεν φτιάχνουμε ζεστά ρούχα και για τα φυτά μας; Είπε η μικρή Έλλη.
 Η γιαγιά σκέφτηκε λίγο, χαμογέλασε και είπε:
-Έχω πολλά κουβάρια μαλλί στο ντουλάπι μου, έλα να διαλέξουμε μαζί, τι φόρεμα να πλέξω στο κάθε φυτό!
Έτσι και έγινε.

Η γιαγιά έκατσε στην πολυθρόνα της και άρχισε να πλέκει , να πλέκει, να πλέκει ασταμάτητα.
Πέρασαν μερικές μέρες και η γιαγιά είχε ετοιμάσει παλτουδάκια για τρεις μεγάλες γλάστρες και για δύο δεντράκια.
Η  Έλλη χαρούμενη έτρεξε να ντύσει τα φυτά και να τους φορέσει τα ωραία πλεκτά της γιαγιάς της. Της άρεσαν τόσο πολύ έτσι ντυμένα όλα, που άρχισε να φωνάζει χαρούμενη.
Την άκουσαν από τα διπλανά σπίτια και βγήκαν όλοι να δουν τι συμβαίνει.

 Μόλις είδαν τον κήπο της γιαγιάς ντυμένο με πλεκτά ρούχα, ενθουσιάστηκαν όλοι και άρχισαν να φωνάζουν και αυτοί χαρούμενοι.
-Τώρα δεν θα χαλάνε τα φυτά μας!
-Θα αντέχουν στο κρύο!
- Να φτιάξουμε πλεκτά ρούχα σε όλα τα ζώα.
-Σε όλα τα δέντρα, σε όλα τα φυτά.

-Στις στέγες, στα χωράφια……
Και πράγματι έτσι έγινε. Το χωριό χαρούμενο που βρήκε λύση στο πρόβλημα του χειμώνα, ζήτησε από την γιαγιά της Έλλης με γρήγορους ρυθμούς να αρχίσει να πλέκει, να πλέκει, να πλέκει…
Οι γυναίκες, για να βοηθήσουν την γιαγιά να πλέκει ασταμάτητα, έτρεξαν με τα κουβάρια στα χέρια, όσα είχε η κάθε μία δηλαδή, και της τα πρόσφεραν. Και η γιαγιά έπλεκε, έπλεκε, έπλεκε, έπλεκε…. ασταμάτητα!

Οι άντρες, έντυναν τα δέντρα και τις στέγες στα σπίτια τους, και η γιαγιά έπλεκε, έπλεκε, έπλεκε, έπλεκε….ασταμάτητα! Τα παιδιά έντυναν τις γλάστρες και τα φυτά, και η γιαγιά έπλεκε, έπλεκε, έπλεκε, έπλεκε…. ασταμάτητα! Έτσι, όλοι μαζί, έφτιαξαν ένα πλεκτό ζεστό χωριό, με ωραία σχέδια και χαρούμενα χρώματα. Στην καρδιά του χειμώνα, που όλα τα χωριά ήταν κατάλευκα, αυτό ήταν το πιο χρωματιστό και όμορφο χωριό που έχει δει κανείς! Και φυσικά δεν ξέχασαν ποτέ, ότι αυτό ήταν μια έξυπνη ιδέα της  Έλλης, και τα πρώτα πλεκτά ρουχαλάκια των δέντρων, ήταν της αγαπημένης γιαγιάς της!


η εικονογράφηση έχει γίνει ηλεκτρονικά με χρήση photoshop, τον Μάρτιο του 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου